Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στην Κωνσταντινούπολη ήμουν μόλις 1,5 χρονών. Ο πατέρας μου βλέπεις είναι Κωνσταντινουπολίτης και οι παππούδες μου βρίσκονταν ακόμα εκεί. Ο παππούς δηλαδή, γιατί η γιαγιά ερχόταν συχνά και έμενε στην Ελλάδα για να δει τα παιδιά της. Ο παππούς ο Τάκης που λες, δεν την ήθελε με τίποτα την Αθήνα. Αφού ούτε στη βάφτιση μου δεν ήρθε! Και μιας και ο Μωάμεθ δεν πάει στο βουνό… οι γονείς μου με πήραν μωρό παιδί και πήγαμε  εμείς στην Πόλη, ναι αυτή με το κεφαλαίο Π.

 

Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια στο σχολείο που μόλις είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τι σημαίνει να είσαι Ρωμιός – απέ την Πόλη- και πόσο καμάρωνα όταν στην Ιστορία διαβάζαμε για το Βυζάντιο. Η αλήθεια είναι πως το πρώτο διάστημα είχα αρκετούς προβληματισμούς, ειδικά όταν τα παιδάκια στο σχολείο με λέγανε Τουρκάλα επειδή είχα μπαμπά από την Τουρκία. Δεν είχε σημασία αν ήταν Ρωμιός, σε εκείνη την ηλικία υπήρχε μόνο η λέξη Τούρκος στο λεξιλόγιο τους.

Θυμάμαι όταν ερχόντουσαν οι παππούδες Ελλάδα και μέναν σπίτι μας, τα τραπέζια και τα φαγοπότια που κάναμε. Μη φανταστείς τίποτα μπριζόλες και πατάτες, οι Κωνσταντινουπολίτες τρώνε άλλα πράγματα. Είχαμε τον πρώτο γύρο με τα μεζεκλίκια από τον Μπενίτο (Ντελικατέσεν για Πολίτες στο Παλαιό Φάληρο)! Παστουρμά, λαχματζούν, σουτζούκια, τυροπιτάκια από τον παππού, σαλάμια, τυριά, μύδια, στρείδια και τέτοια! Πού να φτάσεις στο δεύτερο γύρο; Το κυρίως ήταν κρέας ή ψάρι συνοδευμένο πάντα από ρύζι και μετά ακολουθούσε το φρούτο και το γλυκό, κανταΐφια, καζάν ντιπί και δε συμμαζεύεται! Στα πολύ κρύα πίναμε και κανένα σαλέπι!

Το φαγητό για τους Πολίτες είναι μια πραγματική ιεροτελεστία αλλά και το απογευματινό καφεδάκι με το κουτσομπολιό  για τη Σμαρούλα, τη Ζωίτσα, τον Γιωργάκη που γύρισαν στην Ελλάδα και ζουν στη Νέα Σμύρνη και στο Παλαιό Φάληρο! Αυτό το κόλλημα που είχαν να χρησιμοποιούν υποκοριστικά για όλα τα ονόματα, δεν το κατάλαβα ποτέ! Λέγανε θα έρθει η Γιωργίτσα, περίμενα να δω και γω ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου και ερχόταν κάποια μεσήλικη κυρία, φίλη της γιαγιάς απέ την Πόλη φυσικά!

Τρελαινόμουν επίσης να ακούω τους παππούδες να μιλάνε με αυτό το παχύ λάμδα, μου άρεσε  να τους ακούω να τσακώνονται, χρησιμοποιούσαν κάτι λέξεις που δεν μπορούσα να καταλάβω “ζεβζέκη, καλτάκα, σουρουκλεμέ” και άλλα τέτοια παρόμοια, εμένα βέβαια με φώναζαν γιαβρί τους και τζιέρι τους, α ναι, και Μαιρούλα, με λάμδα παχύ, πολύ παχύ!

Τους άκουγα πολλές φορές να μιλάνε και τούρκικα, αλλά αυτό το έκαναν για να μην τους καταλαβαίνω, και πολύ με ενοχλούσε! Βέβαια μου είχαν μάθει 2-3 φράσεις για να τις λέω και να χαίρομαι όπως το “μπαμπανού μπουγινά”το οποίο σημαίνει λέεί¨του μπαμπά σου το μουστάκι” και κάθε φορά που το έλεγα περήφανα, εκείνοι πέθαιναν στα γέλια και εγώ δεν καταλάβαινα  το γιατί!

Την Πόλη την αγάπησα πολύ και λόγο των ιστοριών που διηγούταν ο πατέρας μου. Μου έλεγε για τις πλάκες και τις κοπάνες με τους συμμαθητές του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στη Θεολογική σχολή της Χάλκης. Μου μίλαγε για την εφηβική του ζωή στην Πόλη και για το μαγαζί του παππού στη γέφυρα του Γαλατά και παρόλο που κάθε φορά μου περιέγραφε τα ίδια και τα ίδια εγώ τρελαινόμουν να ακούω τις ιστορίες του. Με ταξίδευαν, με έκαναν να γελάω και να νιώθω ακόμα πιο πολύ την Κωνσταντινούπολη κομμάτι και της δικής μου ζωής.

Και πήγα στην Πόλη και ξαναπήγα και αφού έφυγε από τη ζωή ο παππούς. Το πολύ γενί ρακί του έκανε τη ζημιά, έτσι άκουγα να λένε…

Το σπίτι μας εκεί είναι ένα παμπάλαιο ξύλινο σπίτι με θέα το Βόσπορο, καλά μη φανταστείς ότι φαίνεται από το μπαλκόνι η θάλασσα αλλά ένα τσακ κάνεις και φτάνεις! Το χωριό λέγεται Θεραπειά και πλέον οι Ρωμιοί είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Παρ’όλα αυτά, εδώ και κει ξεπετάγονται ορθόδοξα χριστιανικά εκκλησάκια  τα οποία επιβίωσαν ανάμεσα στα τζαμιά και επιμένουν να καλούν και να συγκεντρώνουν τους ελάχιστους Έλληνες μέσα τους.

Όσο για την Κωνσταντινούπολη, αυτή καθαυτή (ποτέ Istanbul για τους Πολίτες μόνο Πόλη), τι να σου πρωτοπώ; Αξίζει να μείνεις στην περιοχή του Sultanahmet όχι μόνο για να είσαι κοντά στην Αγια Σοφία, το  Μπλε Τζαμί και την υπέροχη κλειστή αγορά του Καπαλίτσαρσι αλλά και για να δεις την εντελώς Μουσουλμανική- Οθωμανική πλευρά της Πόλης. Αν θες να δεις το πιο Ευρωπαϊκό της κομμάτι, να πας στο Ταξίμ όπου θα ακούσεις και πολλά ελληνικά. Πάρε λεωφορείο για να πας και μέχρι το Φανάρι, να δεις το Πατριαρχείο, και οπωσδήποτε καραβάκι για να περάσεις απέναντι στην Πρίγκηπο, στη Χάλκη και τα Καβάκια.

Μελαγχόλησα Σαββατιάτικα! Ειδικά γιατί πλέον τα πολίτικα κυριακάτικα τραπεζώματα δεν γίνονται όπως τότε, οι γιορτές και τα τσιφτετέλια έχουν ξεχαστεί  για τα καλά και στην Πόλη το σπίτι μένει έρημο να σαπίζει. Όμως κάθε φορά που το μυαλό μου ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη, κατακλύζομαι από ευχάριστες σκέψεις, όμορφες στιγμές και υπέροχες εικόνες και δε στεναχωριέμαι γιατί ξέρω πως είναι το σπίτι μου εκεί.

Και στο σπίτι μας αργά ή γρήγορα γυρνάμε… έστω, μόνο για να δώσουμε το παρόν και να ξαναφύγουμε… αλλά γυρνάμε.

Υ.Γ: Άνοιξη επιβάλλεται ταξιδάκι, ποιός θέλει να έρθει; Ο ιδανικός συνεπιβάτης πρέπει να είναι λάτρης του καζάν ντιπί, του κανταϊφιού, του γιαουρτλού και του ναργιλέ… Güle güle!

Comments

comments

Author

Travel Blogger & solo traveler | Digital PR & Community Manager

1 Comment

  1. Pingback: London calling | T-stories from my world

Write A Comment