Ένα κύμα ζέστης μας τύλιξε μόλις βγήκαμε από το αεροπλάνο. Άνοιξα βιαστικά το κινητό μου για να δω τη θερμοκρασία. Λάρνακα, 33 βαθμοί Κελσίου!”Και είναι μόλις Απρίλης”,μονολόγησα βγάζοντας το φουλάρι από το λαιμό μου και κάνοντας παράλληλα νόημα στο ταξί μπροστά μας για να σταματήσει.

Η διαδρομή από το αεροδρόμιο στο κέντρο της Λάρνακας ήταν μόλις ένα τέταρτο. Ο ταξιτζής, ένας πολύ συμπαθητικός και αστείος ανθρωπάκος, ανέλαβε από μόνος του καθήκοντα ξεναγού. Αφού μας ρώτησε αν είμαστε από Ελλάδα και σχολιάσαμε για το ζεστό κλίμα της Κύπρου, μας είπε να κοιτάξουμε στο αριστερό μας χέρι όπου απλωνόταν η Αλυκή λίμνη της Λάρνακας. Συνήθως λέει, βλέπεις και φλαμίνγκο εκεί. Γούρλωσα τα μάτια μου και κοίταξα επίμονα έξω από το παράθυρο του ταξί, αλλά μην σας πω και ψέματα, δεν είδα ούτε φτερό.

Αφού φτάσαμε στο ξενοδοχείο, παρατήσαμε βιαστικά τις βαλίτσες, φορέσαμε κοντομάνικα και βγήκαμε στο δρόμο. Στα 5 λεπτά από το ξενοδοχείο ήμασταν κιόλας στην παραλία και την υπέροχη παραλιακή οδό, τη boulevard of Larnaca, η οποία μου θύμιζε κάτι από αμερικάνικες παραλιακές οδούς λόγω των πανύψηλων φοινίκων, του τεράστιου δρόμου και των branded bars, των καφετεριών  και των εστιατορίων με ταμπέλες από γνωστές διεθνείς εταιρείες εστίασης.

Περπατώντας δίπλα στην παραλία, τα βήματά μας μας οδήγησαν στο μεσαιωνικό κάστρο της πόλης και στη συνέχεια, χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε μπροστά στο τζαμί Hala Sultan Tekke και στα στενά σοκάκια με τα τουρκικά ονόματα. Η αλήθεια είναι πως ξαφνιάστηκα. Δε γνώριζα πως μέσα στη Λάρνακα υπήρχε μια τουρκοκυπριακή γειτονιά και ομολογώ πως ένιωσα περίεργα και για πρώτη φορά και άβολα.

Λίγο πιο δίπλα, η ορθόδοξη εκκλησία του Λαζάρου με τη σημαιοστολισμένη πλατεία της και τους παππούδες στον καφενέ να παίζουν τάβλι, μου έδιναν το σήμα πως βρισκόμουν και πάλι στα ελληνοκυπριακά σοκάκια. Μέχρι που για ακόμα μια φορά καταλήξαμε στην παραλιακή και συγκεκριμένα σε κάποιο από τα μπαρ της γιατί το περπάτημα και η μυρωδιά της θάλασσας μας είχαν κάνει να πεινάσουμε. Καθίσαμε λοιπόν σ’ένα μπαρ συνειδητοποιώντας πως οι σερβιτόροι που ήρθαν να μας πάρουν παραγγελία δε μιλούσαν ελληνικά αλλά μόνο αγγλικά. Tι περίεργο πράγμα, μέσα σε μια τόσο μικρή πόλη να “συγκατοικούν” 3 διαφορετικοί πολιτισμοί και να ακούγονται γύρω μας τρεις διαφορετικές γλώσσες,..

Η επόμενη μέρα μας βρήκε να περιμένουμε την αγαπημένη μου φίλη, γέννημα θρέμμα Λευκωσιάτισσα, για να μας ξεναγήσει στην πόλη της που τόσο πολύ μου είχε περιγράψει κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μας χρόνων στην Αθήνα. Παρόλο που την προηγούμενη μέρα είχαμε μπει στο ταξί και είχαμε ήδη δει πως ο οδηγός βρίσκεται από τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, η διαδρομή από τη Λάρνακα στη Λευκωσία μου φάνηκε διασκεδαστική και ταυτόχρονα τρομακτική καθώς οδηγώντας στο highway μου φαινόταν απίστευτο να γίνεται η προσπέραση από τα δεξιά. Να, έχω και φωτογραφία από τη ώρα της οδήγησης. Καλέ όχι εγώ, σιγά μη μπορούσα να οδηγήσω εγώ, τη φιλενάδα μου έχω αποθανατίσει.

 Η Λευκωσία λοιπόν, μάλλον πιο συγκεκριμένα η νέα πόλη, μου φάνηκε ίδια με την Αθήνα, γκρίζες πολυκατοικίες, πολλά αυτοκίνητα και ακόμα περισσότερα μαγαζιά. Ναι ίσως πιο σύγχρονη, πιο εξευρωπαϊσμένη με πιο κυριλέ καφετέριες και ακόμα πιο σικάτο κόσμο από αυτό της Αθήνας ,όμως σίγουρα δεν τη λες πόλη για τουρισμό.

Βέβαια όταν πλέον πλησιάζεις το κέντρο της πόλης, την παλιά δηλαδή περιοχή, τα πράγματα αλλάζουν πολύ. Περπατώντας στα στενά, ανακαλύπτεις υπέροχα σπίτια, με αυλές και δέντρα. Τις περισσότερες φορές είναι εγκαταλελειμμένα, όμως δεν παύουν να εκπέμπουν μια ιδιαίτερη γοητεία και να σου διηγούνται βιαστικά την ιστορία τους. Και εκεί που περπατάς με την πάντα χαμογελαστή φιλενάδα σου, ξαφνικά το πρόσωπό της σκοτεινιάζει, σου δείχνει το αδιέξοδο που έχετε μπροστά σας και σου εξηγεί τι υπάρχει πίσω από αυτό…και εκεί νιώθεις άβολα για δεύτερη φορά μέσα σε μόλις 2 μέρες.

 Επόμενος προορισμός η οδός Λήδρας, η οποία συγκεντρώνει όλα τα μεγάλα, γνωστά μαγαζιά για shopping και τις καφετέριες για χαλάρωση και κουβέντα με φίλους. Τα μάτια μου δε χορταίνουν να βλέπουν τον κόσμο που πάει  και έρχεται και η κλασική αγαπημένη κυπριακή προφορά ηχεί χαρούμενα στα αυτιά μου. Και κάπου εκεί, να το πάλι αυτό το βλέμμα στα μάτια της φίλης μου.

Φτάνουμε στο πέρασμα, εκεί όπου μετά από 45 χρόνια ξανάνοιξε το 2008 ένας δρόμος, μια πρόσβαση στα κατεχόμενα. Είναι θυμωμένη και ταυτόχρονα αγχωμένη, μου λέει πως θέλει να μου δείξει την άλλη πλευρά αλλά δε θέλει να σταθούμε πολύ εκεί. Δείχνουμε τα διαβατήριά μας, μας βάζουν σφραγίδες, μας δίνουν και ένα ξεχωριστό χαρτί, είναι λες και πάμε σε άλλο κράτος. Προσπαθώ να μαζέψω εικόνες, να θυμηθώ περιστατικά από αυτά που είχα διαβάσει στα βιβλία. Εκείνη βρίσκει ένα χάρτη και αρχίζει να μου δείχνει τα σπίτια των γονιών της στα κατεχόμενα. Δεν ξεχνά, δεν ξεχνάνε, είναι θυμωμένη και βουρκωμένη παράλληλα. Έχω περιέργεια να περπατήσω πιο βαθιά στα κατεχόμενα αλλά καταλαβαίνω πως η φίλη μου δεν το μπορεί, δεν το θέλει. Γυρίζουμε πίσω, άλλωστε και μόνο που με έφερε μέχρι εδώ ήταν αρκετό.

Η επόμενη μέρα είναι αφιερωμένη στην Αγία Νάπα, παρόλο που το θερμόμετρο δείχνει 37 βαθμούς, δεν είναι εποχή για μπάνιο. Κάνουμε βόλτα στα άδεια δρομάκια χαζεύοντας τα πολύχρωμα μαγαζιά. Club Elvis, bar Budha, Flintstones και άλλα περίεργα. Η περιοχή θυμίζει θεματικό πάρκο. Για ένα λεπτό νομίζω πως βρίσκομαι Αμερική. Ψωνίζουμε ενθύμια, βγάζουμε φωτογραφία και με παπαγάλους που μιλούν και καθόμαστε για φαγητό.

Αυτή η χώρα είναι τόσο διαφορετική, σκέφτομαι! Έχει τόσα πολλά και διαφορετικά πρόσωπα! Τι να σου κάνουν 3-4 μέρες; Θέλεις τουλάχιστον 2 εβδομάδες για να τη γυρίσεις όπως πρέπει. Με γεμάτο το στομάχι από το φαγητό και γεμάτο το μυαλό από εικόνες, επιστρέφουμε Λευκωσία. Είμαι χαμένη στις σκέψεις μου, καθώς κανονίζω ήδη την επόμενη ημερομηνία που θα επιστρέψω στην Κύπρο, όταν η φίλη μου μου λέει να κοιτάξω στα αριστερά μου.

Στη νότια πλευρά του Πενταδάκτυλου, από χιλιόμετρα μακρυά φαίνεται η σημαία του ψευδοκράτους, φτιαγμένη από άσπρες πέτρες ώστε να τραβάνε την προσοχή, δεν μπορείς να την αγνοήσεις. Είναι πάντα εκεί, πρωί και βράδυ να σου θυμίζει… Νατη πάλι αυτή η σκιά, και πως να φύγει άλλωστε, πως να ξεχάσεις… Αυτή η χώρα δεν ξεχνά…

Οι δρόμοι μας χωρίζουν στο αεροδρόμιο, δεν ξέρω πότε θα την ξαναδώ, εγώ γυρίζω Ελλάδα με σκοπό να μετακομίσω Ιταλία τον επόμενο χρόνο ενώ εκείνη μένει πίσω, στο σπίτι της, στη Λευκωσία. Πρέπει να γυρίσω στην Κύπρο, σκέφτομαι, πρέπει να τη δω όλη κάποια στιγμή.

Ίσως μετά από 4 ολόκληρα χρόνια να έχει έρθει αυτή η ώρα… Άλλωστε το υποσχέθηκα, και τόσο η Κύπρος όσο και οι κάτοικοί της δεν ξεχνούν. Και γω μπορεί να άργησα αλλά δεν ξέχασα… Φέτος θα επιστρέψω!

Comments

comments

Author

Travel Blogger & solo traveler | Digital PR & Community Manager

Write A Comment