Από μικρή μου άρεσε να χαζεύω τον κόσμο στις αποβάθρες των τρένων, στους σταθμούς των υπεραστικών λεωφορείων και στα check ins των αεροδρομίων. Μου άρεσε να τους βλέπω να αγκαλιάζονται και να χαιρετάνε ο ένας τον άλλο. Με γέμιζε πάντα τόσο έντονα συναισθήματα όλο αυτό και ας έπιανα στον αέρα πως η ατμόσφαιρα βάραινε κάθε φορά που στα μεγάφωνα ακουγόταν μια φωνή που έλεγε πως το τρένο/η πτήση/το λεωφορείο ήταν έτοιμο προς αναχώρηση.

Η μεγάλη αγκαλιά του φαντάρου που αφήνει την κοπέλα του στο σταθμό των ΚΤΕΛ για να φύγει για κάποια απομακρυσμένη περιοχή της Ελλάδας. Τα δάκρυα της μάνας που βλέπει το παιδί της να δίνει τις βαλίτσες του στο check in καθώς ετοιμάζεται να αφήσει την Ελλάδα, ποιος ξέρει για πόσο καιρό. Παππούδες που χαιρετούν τα εγγόνια τους μετά από ένα ολόκληρο μήνα που τα είχαν παρέα στο χωριό μαζί τους. Συγγενείς που χαιρετούν άλλους συγγενείς που φεύγουν για τη μακρινή πατρίδα. Και παρέες φίλων που αποχαιρετούν κάποιον κολλητό ο οποίος έχει βρει δουλειά στην άλλη άκρη της γης.

Θυμάμαι πως καθόμουν πάντοτε και χάζευα αυτές τις τόσο χαρακτηριστικές σκηνές αποχαιρετισμού και δημιουργούσα ιστορίες και διαλόγους στο μυαλό μου. Προσπαθούσα να μαντέψω τι έλεγαν τη στιγμή που ο ένας αγκάλιαζε τον άλλο. Είχα καταλήξει πως κανείς τους δεν έλεγε “αντίο”. Όλοι έλεγαν καλό ταξίδι, καλή αντάμωση, εις το επανιδείν. Οι μανάδες υπέθετα πως θα πρόσθεταν και κάποια φράση του τύπου “και να ντύνεσαι καλά, μην αρρωστήσεις εκεί που πας”, ενώ οι φίλοι του ταξιδιώτη θα έλεγαν γελώντας ” πήγαινε εσύ και σε κανά μήνα θα σου έρθουμε, δε γλιτώνεις!”

Άραγε θα υπάρχουν και αυτοί που  ξέρουν πως καταβάθος το πρόσωπο που αποχαιρετούν ίσως να μην το ξαναδούν πότε;

Οι πρώτοι αποχωρισμοί που θυμάμαι είναι  από κάτι  απογεύματα Κυριακής που συνοδεύαμε τους παππούδες στο σταθμό Λαρίσης για να πάρουν το λεωφορείο που θα τους πήγαινε στην Πόλη. Ήμουν αρκετά μικρή και θυμάμαι πως δε μπορούσα να καταλάβω γιατί δάκρυζε ο πατέρας μου κάθε φορά που το λεωφορείο απομακρυνόταν. Στο κάτω κάτω, σκεφτόμουν, γιατί τους αφήνει να φύγουν αν στεναχωριέται τόσο; Άλλωστε σε 6 μήνες θα είναι πάλι κοντά μας, συλλογιζόμουν. Και γιατί κλαίει; Γιατί κλαίνε οι άνθρωποι γύρω μου, σε αυτό τον παλιοσταθμό; Δεν καταλαβαίνω! Αφού θα ξαναβρεθούνε πολύ σύντομα, σωστά;

Το γιατί κλαίμε όταν αποχαιρετάμε ένα αγαπημένο πρόσωπο στο σταθμό, στην αποβάθρα ή στο χώρο αναμονής του αεροδρομίου το κατάλαβα όταν έκλεισα τα 20. Στεκόμουν εκεί στην αποβάθρα του πλοίου και αποχαιρετούσα το φανταράκι μου που σάλπαρε για Σκύρο. Ένας δυνατός πόνος στο στομάχι και ένα περίεργο συναίσθημα – σαν να μου ξεκολλούσαν ένα κομμάτι από το σώμα μου – με πλημμύρισαν και τότε  και μόνο τότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά το λόγο που τα μάτια μου άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που κατάλαβα το λόγο που δάκριζαν τα μάτια του πατέρα κάθε που αποχαιρετούσε τους γονείς του και τα δάκρυα όλων εκείνων των ανθρώπων που συναντούσε το βλέμμα μου στους σταθμούς των τρένων.

Και ναι, ακολούθησε και άλλος ένας δύσκολος αποχαιρετισμός. Η Κύπρος μου έπαιρνε τη φιλενάδα μου και δε μπορούσα να το δεχτώ με τίποτα. Γυρνώντας από το αεροδρόμιο εκείνη τη μέρα υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δε θα ξαναζούσα και άλλη φορά αυτό το περίεργο συναίσθημα του αποχαιρετισμού.

Τα χρόνια που ακολούθησαν είχα βρει το κόλπο να μη στεναχωριέμαι όταν πήγαινα στο αεροδρόμιο ή στο ΚΤΕΛ. Επεδίωκα να είμαι εγώ αυτή που φεύγει, γιατί ένιωθα πως ο πόνος ήταν πιο λίγος σε σχέση με τον πόνο που ένιωθε το άτομο που έμενε πίσω. Και όντως, όταν έφυγα για Ισπανία, για Αμερική, για Τουρκία και Ιταλία ναι μεν ένιωσα ένα βάρος και κάποια δάκρυα έπεσαν μεταξύ check in και duty free αλλά έχοντας στο μυαλό μου τα καινούρια πράγματα που με περίμεναν στη χώρα που θα πήγαινα δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να στεναχωρηθεί παραπάνω .

Και ξέρεις κάτι; Πηγαίναν όλα μια χαρά μέχρι πέρυσι. Το 2013 όμως, με ανάγκασε να δω την άλλη πλευρά του νομίσματος αυτή που στέκεσαι σα χαμένος με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα και τη μύτη να τρέχει χωρίς σταματημό κουνώντας το χέρι σου και φωνάζοντας δυνατά “καλό ταξίδι”ενώ ο άλλος απομακρύνεται με τη βαλίτσα στο χέρι για να προλάβει το αεροπλάνο/λεωφορείο/τρένο που θα τον πάρει μακρυά σου.

Και να που μέσα σε ένα χρόνο βρέθηκα να αποχαιρετώ όχι ένα αλλά 3 αγαπημένα άτομα.  Αγγλία, Αρκαδία, Αυστραλία ήταν οι χώρες και πόλεις που μου πήραν  αγαπημένα μου πρόσωπα και με άφησαν σε κάποιο χώρο αναμονής να κλαίω με μαύρο δάκρυ. Και κάπου μεταξύ κλάματος και ρουφήγματος μύτης, ήρθαν στο νου μου τα λόγια της μάνας μου  όταν την είχα ρωτήσει πως και δεν μου απαγόρευσε ποτέ να φύγω και να ξαναφύγω εκτός Ελλάδας και πως άντεχε να με αποχαιρετά κάθε φορά.

“Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ταξιδιώτης, νιώθει την ανάγκη να ανοίξει τα φτερά του όταν θεωρήσει πως έχει έρθει αυτή η ώρα και συ που του έμαθες πως να πετά  δεν μπορείς να του απαγορεύσεις το πέταγμα, πρέπει απλά να τον αφήσεις να πετάξει , να δοκιμάσει πόσο μακρυά μπορούν να τον πάνε αυτά τα φτερά και το μόνο που μπορείς να ελπίζεις είναι πως δε θα σε ξεχάσει, όχι πως θα ξαναγυρίσει αλλά πως δε θα σε ξεχάσει.”

Και γω κάπου εδώ έρχομαι να προσθέσω… μια μόνο φράση. Ευτυχώς που υπάρχει το skype, το facebook, το whatsapp και το viber. Αυτά.

Comments

comments

Author

Travel Blogger & solo traveler | Digital PR & Community Manager

Write A Comment